Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

ΤΟ ΜΙΚΡΟΒΙΟ ΤΟΥ... ΜΑΜΟΥΝΙΟΥ

Μένουμε πάντα παιδιά

Μικρός, έχω παίξει πάρα πολύ. Εχοντας υπάρχει τυχερός, αφού μεγάλωσα στα προάστια της Αθήνας, έπαιξα στον δρόμο, σε αλάνες, σε άχτιστα οικόπεδα, σε πλατείες. Θυμάμαι πολύ έντονα να παίζουμε «μήλα» όλα τα παιδιά της γειτονιάς στον δρόμο και σχεδόν να μην μας διακόπτει ούτε ένα αυτοκίνητο. Ωραίες εποχές τότε. Τι κρίμα που σήμερα είναι αδιανόητο να σκεφθεί κανείς πως τα παιδιά μπορούν να παίξουν πάνω στον δρόμο. Και τότε ήταν το αυτονόητο.


Το μικρόβιο του μαμουνιού της εξερεύνησης αν και μεγαλώνοντας κάπου το έχασα (η ζωή βλέπεις και οι ηλίθιοι συμβιβασμοί), τελευταία φαίνεται πως το έχω ξαναβρεί. Στο σταυροδρόμι μου, συναντήθηκα με τα κατάλληλα άτομα που μου το έφεραν ξανά στην επιφάνεια. Οποτε βρισκόμαστε, εξερευνάμε τα πάντα. Μπαίνουμε σε γκρεμίδια της πόλης. Ψάχνουμε παραλίες και βουνά. Θάλασσες και ποτάμια. Η φύση, αλλά και το αστικό τοπίο έχουν πολλά να σου διηγηθούν, αρκεί να κάτσεις να τα ακούσεις...


Περπατώντας από την Ομόνοια με κατεύθυνση νοητά προς τα κάτω και δεξιά φτάσαμε -χωρίς να το επιδιώξουμε, ούτε καν το γνωρίζαμε ότι πάμε εκεί- στον σταθμό Λαρίσης. Αυτά είναι τα ωραία στις βόλτες. Να μην έχεις πρόγραμμα, να μην ξέρεις που πας. Να αφήνεις τον δρόμο να σου δείξει τον... δρόμο! Ενας κατεστραμμένος συρμάτινος φράχτης ήταν το... προσκλητήριο για να εισέλθουμε στις γραμμές. Κάτι που φυσικά κάναμε αμέσως...


Αφού περάσαμε λίγη «άγρια» ανοιξιάτικη και αθηναϊκή βλάστηση βρεθήκαμε πάνω στις γραμμές του τρένου. Από μακριά ακούστηκε σφύριγμα και στο βάθος το είδαμε να έρχεται. Μέσα σε δευτερόλεπτα ήταν κοντά μας. Χαιρετίσαμε τον οδηγό κι εκείνος σφύριξε και πάλι! Μωρέ, είναι ωραίο αυτό. Νιώθεις σαν παιδάκι που ο οδηγός σου ανταποκρίθηκε και θες να το μοιραστείς, να το φωνάξεις στον κόσμο.


Μόλις πέρασε το τρένο ανέβηκα στις γραμμές και το είδα να κατευθύνεται προς τον σταθμό. Είναι ωραίο το τρένο. Και σαν αίσθηση και σαν ταξίδι και σαν φιλοσοφία. Νιώθεις πως έχει βγει από παραμύθι, από διήγημα. Ειδικά στην Ελλάδα που το τρένο δεν κατάφερε να μπει στην καθημερινότητά μας, φαντάζει κάτι σαν αξιοθέατο από άλλες εποχές.


Πήραμε τον δρόμο προς τον σταθμό περπατώντας πάνω στις ράγες. Αφήσαμε έξω τις πολυκατοικίες και τα αυτοκίνητα που βρίσκονταν πέριξ μας και νιώσαμε σαν να ήμασταν αλλού. Στον αμερικανικό νότο, ίσως; Στα χωριά της Κυπαρισσίας πιθανόν; Το ζητούμενο δεν ήταν το μέρος, αλλά η περιπέτεια...


Σε λίγα λεπτά μπήκαμε στον σταθμό Λαρίσης. Το τρένο ήταν εκεί και φόρτωνε επιβάτες. Η ανακοίνωση έλεγε πως θα έφευγε σε λίγα λεπτά. Είχα λοιπόν χρόνο. Μπήκα μέσα στο βαγόνι. Πω, πω. Πόσος καιρός πάει λοιπόν; Αμέσως ένιωσα σαν ταξιδιώτης. Το μυαλό μου έφυγε μακριά, πολύ πιο μακριά από τη Θεσσαλονίκη στην οποία κατευθυνόταν η αμαξοστοιχία. Το ταξίδι όμως, κράτησε λίγο.


Κατέβηκα από το τρένο. Τώρα πια, το «έπαιζα» τουρίστας, που μόλις είχε φτάσει. Ο ήλιος έλαμπε. Ο σταθμάρχης φορούσε από πάνω το σακάκι της στολής του κι από κάτω τζιν παντελόνι. Εκανε νόημα στον οδηγό και το τρένο άρχισε να γλιστρά πάνω στις ράγες. Εκανα μεταβολή και βγήκα προς την έξοδο. Η ταμπέλα «Αθήναι» λαμπύριζε στο φωτεινό της μάρμαρο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου