Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2015

ΧΑΣΑΜΕ ΤΗ ΡΑΚΕΤΑ, ΣΤΟΠ

Οικογενειακά «δράματα» στην άμμο

Είναι ένα ζεστό απόγευμα στη θάλασσα... Η αίσθηση της θαλάσσιας αύρας απαλύνει λίγο την κάψα κι εγώ διαβάζω το βιβλίο μου αμέριμνος... Η Εύα με την αδερφή της, την Αντριάνα παίζουν ρακέτες και κάνουν βουτιές, ενώ ο αδερφός τους ο Νίκος έχει μόλις βγει από το νερό και σκουπίζεται. Σχετικά δίπλα μου οι γονείς τους έχουν στήσει μια ομπρέλα, δύο καρεκλίτσες, ενώ μια τσάντα περιέχει τα απαραίτητα.

Οσο η Εύα και η Αντριάνα παίζουν στο νερό, ο Νίκος σκεπάζεται με την πετσέτα του για να στεγνώσει.

Ξαφνικά η Εύα βγάζει μια φωνή: «Μπαμπά; Μπαμπά; Η ρακέτα! Την πήρε το κύμα μέσα. Ελα να την πιάσεις»! Ατάραχος ο μπαμπάς βάζει τα πράγματα στη θέση τους: «Ποιος έριξε τη ρακέτα μες στο νερό; Αυτός να πάει να την πάρει». Μετά από ένα μίνι οικογενειακό συμβούλιο που εκτυλίσσεται μπροστά στο νερό, μαθαίνω πως η Εύα έριξε τη ρακέτα μέσα και όντως η κακομοίρα πάει να την πιάσει, όμως προσεγγίζει κάτι βράχια, τη φοβίζουν και επιστρέφει πάλι στα ρηχά. Η ρακέτα ολοένα και απομακρύνεται...

Η Εύα κοιτάζει τη ρακέτα να χάνεται στη θάλασσα.

Η Εύα ζητά και πάλι βοήθεια από τον πατέρα της, όμως εκείνος της λέει να αναλάβει τις ευθύνες της, να κολυμπήσει λίγο πιο μέσα και να πιάσει τη ρακέτα τους. Εκείνη τη στιγμής, ο Νίκος -σαν από μηχανής Θεός- αναλαμβάνει δράση: «Ρε μπαμπά, να πάω να την πιάσω εγώ που δεν φοβάμαι; Αντε αποφασίστε, θα τη χάσουμε, πάει όλο και πιο μέσα. Μην χάνουμε χρόνο».

Οι κόκκινες ρακέτες που παραλίγο να φέρουν την οικογένεια σε... ρήξη!

Ο Νίκος βούτηξε τελικά και έπιασε τη ρακέτα και την έφερε πάλι πίσω. Τα κορίτσια γελούσαν όλο χαρά και συνέχισαν το παιχνίδι. Ο μπαμπάς πήγε και κάθισε κοντά στη μαμά και χάζευαν την όμορφή τους οικογένεια, ενώ είχαν πιάσει και ψιλοκουβέντα. Και κάπως έτσι πέρασε η ώρα μέχρι που ο ήλιος κόντευε να χαθεί στον ορίζοντα.

Η οικογένεια σε πλήρη απαρτία. Μπαμπάς και μαμά ετοιμάζουν τα κορίτσια, ενώ ο Νίκος βρίσκεται ήδη στη σκάλα.

Λίγο πριν από τη δύση, ο μπαμπάς δίνει το σύνθημα για αναχώρηση. Εκείνος μεταφέρει τα παιδιά στα χέρια του, ώστε να μην λερωθούν τα πόδια τους και η μαμά τα ντύνει. Η σκηνή μου θύμισε τα δικά μου παιδικά χρόνια, όταν κι εμένα ο μπαμπάς με έπαιρνε αγκαλιά για να μην πατήσω σε άμμο και η μαμά μου έβαζε τα ρούχα. Μου θύμισε όμως και τις φορές που το έκανα εγώ στα ανιψάκια μου. Γιατί αυτό είναι η ζωή: ένας κύκλος... Σε λίγα λεπτά η οικογένεια είχε αποχωρήσει. Στράφηκα και πάλι στο βιβλίο μου. Τα χρώματα του δειλινού ήταν μαγικά!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου