Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΤΟ ΠΕΖΙΚΟ: vol3

Απολελέ και τρελελέ

Παραμένουμε στη Ρόδο, αφού εκεί πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της θητείας μου, σχεδόν 10 μήνες. Μιας θητείας που είχε και τις... κουλαμάρες της! Θυμάμαι σε κάποια άσκηση σε παραλία της Ρόδου, μου είχαν δώσει έναν ασύρματο με σκοπό να ειδοποιώ κάθε φορά που βλέπω πλοίο στα ανοιχτά. Χειμώνας ήταν ακόμη. Μια ολόκληρη μέρα, ζήτημα είναι να πέρασαν 2-3 πλοία μακριά στον ορίζοντα. Χάζευα λοιπόν την άμμο. Κοιτούσα τα σκουπίδια που είχε ξεβράσει η θάλασσα, τα περισσότερα με αραβικές επιγραφές, μάζευα κοχύλια και τα απομεινάρια των αχινών.

Το... αμαρτωλό τζιπάκι που φόρτωσα με φαντάρους και «έφαγα» φυλακή!
Μια άλλη φορά μου είχαν πει να πάρω μερικούς φαντάρους και να πάμε προς το ποτάμι, λίγο παρακάτω σε κάτι χωράφια, για να φέρουμε μεγάλες πέτρες και να τις ρίξουμε στα νεροφαγώματα που δημιουργούσε η βροχή σε διάφορα σημεία του στρατοπέδου. Φόρτωσα το τζιπάκι με καμιά δεκαριά άτομα. Με είδε ένας λοχαγός, τρόμαξε μπας και μου πέσουν τα φαντάρια από το τζιπ και άρχισε τα ουρλιαχτά: «Τι κάνεις εκεί ρε μαλάκα; Δέκα μέρες φυλακή»! Ναι ΟΚ. Ημουν επιλοχίας του λόχου και εγώ θα περνούσα τη φυλακή στο μπλε βιβλιαράκι μου (έλεγχος επιδόσεων τύπου), δεν νομίζω λοιπόν να την πέρασα ποτέ. Οσο μπορούσα έκρυβα και τις ποινές των συναδέλφων μου. Αλλοτε πάλι που ήμουν λοχίας τάγματος (ούτε θυμάμαι πως το έλεγαν), υπεύθυνος δηλαδή για όλους όσοι είχαν σκοπιά εκείνη την ημέρα, ξέχασα να σηκώσω τη σημαία στις 06.15 το πρωί, όπως όφειλα και το έκανα το μεσημέρι. Ευτυχώς που δεν το πήρε είδηση κανείς, όσο κι αν η σημαία στέκεται στην είσοδο του στρατοπέδου. Ηταν και εκείνες οι ατέλειωτες ώρες στις πρόβες των παρελάσεων. Μας πήγαιναν στο στρατιωτικό αεροδρόμιο του νησιού και πηγαίναμε πέρα δώθε την πίστα. Μπόρινγκ! Από τις αγαπημένες μου... δραστηριότητες ήταν όταν πηγαίναμε τα σκουπίδια! Εγώ ως λοχίας απλώς συνόδευα το ΡΕΟ και μόνο αυτό. Γλάστρα! Οι φαντάροι άδειαζαν τους κάδους σε μια χαράδρα, καμία οικολογική συνείδηση τότε (όχι δηλαδή πως είμαστε πολύ καλύτερα σήμερα) κι εγώ απλώς χάζευα τη θέα.

Η θέα έξω από τον λόχο μας. Οταν έβρεχε όλος αυτός ο χώρος μπροστά γέμιζε με λάσπες και ο θάλαμος δεν έλεγε να καθαρίσει από το χώμα.

Κοιτώντας τις φωτογραφίες από τη Ρόδο συνειδητοποιώ πως από παλιά ήμουν λάτρης των φωτό και πως αν τώρα πήγαινα στρατό θα ανέβαζα συνεχώς κλικ στα Σόσιαλ Μίντια. Ο Βασίλης στη σκοπιά. Στο πρωινό. Στην καθαριότητα της τουαλέτας. Στη βολή. Στο μεσημεριανό. Με τα σκουπίδια. Σέλφι με τους τουρίστες. Σέλφι μπροστά στη σημαία που δεν σήκωσα. Σέλφι με τον λοχαγό. Σέλφι με τις 10 μέρες φυλάκιση. Σέλφι στις κάμψεις. Σέλφι την ώρα που... ερμηνεύουμε το «Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου η χώρα»!

Με τα φιλαράκια από τον λόχο το γέλιο ήταν στην ημερήσια διάταξη...

Υπήρχαν βέβαια και οι πιο δύσκολες στιγμές. Οταν άλλαξε ο Διοικητής και εμφανίστηκε καινούργιος, πωρωμένος με τον στρατό, την πειθαρχία κλπ. Ξαφνικά «μαύρισε» το στρατόπεδο. Γέμισε ο τόπος με κραυγές «Αλτ τις ει»! Ολοι μας μπήκαμε σε σειρά, γίναμε τυπικοί και οι ποινές έπεφταν βροχή. Μάλιστα άνοιξε και πάλι το Πειθαρχείο και έβαζε εκεί μέσα τους... κακούς. Εφεδροι υπαξιωματικοί -σαν κι εμένα- αναλάμβαναν τη φύλαξή τους. Για τις λίγες εβδομάδες που έμεινε ανοιχτό κατάφερα με... μαϊμουδιές και γλίτωσα την υπηρεσία εκεί πέρα.

Σε ένα από τα τελευταία μου... θαλαμοφυλίκια είμαι ξάπλα σε ένα κρεβάτι και διακρίνονται οι 15 άσπρες τελίτσες στην αρβύλα. Πλησιάζει η απόλυση...

Εν τω μεταξύ με τα παιδιά του λόχου είχαμε γίνει παρέακι. Μπορεί να μας χώριζαν τόσα πολλά, μας ένωνε όμως η ανάγκη μας να περάσουμε καλά, να γελάσουμε πολύ, να λουφάρουμε κιόλας όσο μπορούσαμε. Τα βράδια μες στον λόχο ήταν ένα παιδί που έκανε τον παπά. Φορούσε ένα σεντόνι σαν ράσο και πήγαινε από κρεβάτι σε κρεβάτι για να μας ψάλει. Γενικότερα η εικόνα του Μπεβεράνο δεν θύμιζε σε τίποτα στρατόπεδο, αλλά κατασκήνωση. Αυτό σε συνδυασμό και με τον καλό καιρό που επικρατούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου έκανε τη θητεία μας σαν διακοπές. Αν και έχω χαθεί με όλα τα παιδιά, τα έχω πολύ ζεστά μες στο μυαλό μου και εύχομαι να είναι καλά, να θυμούνται όσα περάσαμε στο 211 ΤΕΑ και να γελάνε με την καρδιά τους.

Η μαύρη πέτρα βρήκε τη θέση της στην είσοδο του στρατοπέδου κι εγώ πήρα τον δρόμο προς το λιμάνι της Ρόδου.

Στην αρβύλα μου είχαν ήδη συμπληρωθεί αρκετές τελίτσες με μπλάνκο, τελίτσες που αντιπροσώπευαν τους μήνες που ήμουν κι εγώ φαντάρος. Ηταν Δεκέμβριος όταν απολύθηκα. Με τους άλλους ήμασταν πια σαν οικογένεια, τόσους μήνες μαζί. Εβαψα μια πέτρα μαύρη και πάνω της με λευκή μπογιά έγραψα 220, τον αριθμό της σειράς μας. Την άφησα στην είσοδο του στρατοπέδου με σκοπό να μην ξαναπατήσω εκεί.

Στο σπίτι, με περίμενε μια γλυκιά έκπληξη!

 Το περίεργο είναι πως στη Ρόδο επέστρεψα για διακοπές αρκετές φορές μετά. Αλλες πέρασα σούπερ, άλλες πάλι όχι και τόσο. Ποτέ όμως, όπως ακριβώς και με την Τρίπολη, δεν ένιωθα σαν κάτι να με έδενε με το μέρος αυτό. Λες και δεν τα έζησα ποτέ όλα αυτά. Λες και δεν υπήρξα 15 μήνες στο χακί!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου