Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

ΣΤΟΝ ΑΗ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΝ ΝΗΣΤΕΥΤΗ

Αρτος και... θεάματα

Το βλέπω δέκα χρόνια από το παράθυρο του δωματίου μου στη Στεμνίτσα. Είναι το εκκλησάκι του Αη Γιάννη του νηστευτή που με αφορμή τη γιορτή του ήρθε παπάς από τη Δημητσάνα για να το λειτουργήσει. Θα μου πεις κοτζάμ Στεμνίτσα και δεν έχει δικό της παπά; Α, έχουμε αμέ. Ομως εδώ και μερικές ημέρες κάνει χρήση της καλοκαιρινής του άδειας και το χωριό σίγησε από λειτουργίες, οπότε ζητήσαμε ενίσχυση από τους γείτονες.



Απόγευμα Κυριακής λοιπόν και η καμπάνα χτύπησε χαρμόσυνα καλώντας τους πιστούς να κοπιάσουν. Εμείς που την έχουμε απέναντι πήγαμε με το πάσο μας. Λίγο μετά τις 18.00 περνούσαμε το κατώφλι. Μες στο εκκλησάκι βρίσκονταν λίγα άτομα, όλα προχωρημένης ηλικίας. Ξεχώριζαν ένα μικρό παιδάκι κι εγώ, που ρίχναμε κάπως τον μέσο όρο. Ο εσπερινός δεν κράτησε πολύ και τον παρακολούθησα με ενδιαφέρον χαζεύοντας ταυτόχρονα το εκκλησάκι που χτίστηκε το 1896 και σε κέρδιζε με την απλότητα και την ομορφιά του. Μου άρεσαν τα πλακάκια στο δάπεδο, οι λευκοί τοίχοι και ο τρούλος.





Εντύπωση μου έκανε που οι θέσεις αντρών και γυναικών -στα μεγάλα αστικά κέντρα δεν το συναντάς πια- εδώ τηρούνταν με ευλάβεια. Στα δεξιά οι λιγοστοί άνδρες, στα αριστερά οι γυναίκες που υπερτερούσαν σε αριθμό. Ηταν λίγο πριν από τις 19.00 όταν βγήκαμε στο προαύλιο για να μας κεράσουν άρτο και φανουρόπιτα και τα δύο εξαιρετικά. Μαζί με τους υπόλοιπους παραβρισκόμενους τα φάγαμε κάτω από το δέντρο στο προαύλιο της εκκλησίας. Εκεί όπου οι πιστοί αντάλλασσαν ευχές για «Καλό Χειμώνα» και τα αναμενόμενα «Τίνος είσαι εσύ»!



Ενας συνταξιούχος, άρα γκεστ, παπάς που εκτελούσε χρέη ψάλτη και είναι φίλος της μαμάς μου μου εξήγησε για τον άρτο και το αντίδωρο, κάτι που ήδη γνώριζα. Την παράσταση πάντως έκλεψε ο εκ Δημητσάνας παπάς που έφερνε στον Ρίτσαρντ Τσάμπερλεϊν στα «Πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας»!


Φεύγοντας από το πλακόστρωτο σοκάκι η μαμά μου -που θα μπορούσε χαλαρά πλέον να κατέβει για Δήμαρχος- μού σύστησε το μισό χωριό, φυσικά δεν κατάφερα να συγκρατήσω κανένα όνομα. Κατηφορίζοντας για την πλατεία συνέχισα να τρώω τον ζαχαρένιο άρτο μου, (με είχαν «προικίσει» άλλωστε με τρία κομμάτια) με τη γεύση του να με ταξιδεύει σε χρόνια παιδικά κι ανέμελα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου